ΡΩΜΙΟΙ (Γιατί Ρωμιοί)

29 Δεκ 2014

Το πολιτικό κίνημα του φθινοπώρου του 1908 για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα



Οι ογκώδεις διαδηλώσεις των Κρητικών, τον Σεπτέμβριο, που οδήγησαν στην αποχώρηση των μεγάλων δυνάμεων και στην περίοδο αυτοδιάθεσης του νησιού, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1913, που επιβλήθηκε οριστικά η ένταξη στο ελληνικό κράτος

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

Ηπερίοδος της Κρητικής Πολιτείας (1898 -1913) ήταν ένα τύποις αυτόνομο πολίτευμα αλλά κι ένας συνεχής αγώνας των Κρητών για την ένωση με την Ελλάδα. Οι Κρητικοί σ’ όλες τις επαναστάσεις του 19ου αιώνα έθεταν ένα και μόνο αίτημα, την απελευθέρωση από τους Τούρκους και την ταυτόχρονη ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό, ως τμήμα της Ελλάδας. Το σύνθημα ήταν ένα, γνωστό κι αδιαμφισβήτητο: «ένωσις ή θάνατος».

Ο Βιαννίτης πρωθυπουργός της Κρήτης Γεώργιος Παπαμαστοράκης, που οδήγησε τους Κρήτες στο παλλαϊκό κίνημα της ένωσης, τον Σεπτέμβριο του 1908. Αμέσως μετά η Κρήτη μπήκε στην ουσία σε καθεστώς αυτοδιάθεσης, μέχρι την ένωση, τον Δεκέμβριο του 1913

Σε πρόσφατο αφιέρωμά μας («Πατρίς» 27 Αυγούστου 2012) περιγράψαμε με ντοκουμέντα τη φιλοτουρκική στάση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και κυρίως της Αγγλίας, που με κάθε τρόπο εμπόδιζαν την απελευθέρωση της Κρήτης, ακόμη και την παροχή ενός καθεστώτος αυτονομίας, το οποίο οι ίδιες εφηύραν ως μια παρελκυστική τακτική ώστε να αποκλείσουν το νησί από την Ελλάδα. 

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Θεοτόκης, που επεδίωξε την ένωση και παρασκηνιακά ενίσχυσε το κίνημα στην Κρήτη, χωρίς να αντιπαρατεθεί απευθείας με την Τουρκία ή τις ευρωπαϊκές δυνάμεις

Οι σφαγές του Ηρακλείου, στις 25 Αυγούστου 1898, τις οποίες ανέχτηκε η αγγλική διοίκηση της πόλης, άλλαξαν κατά ένα μέρος τις διαθέσεις των μεγάλων δυνάμεων απέναντι στην Τουρκία, απλά γιατί ανάμεσα στα θέματα του μένους του τουρκικού όχλου ήταν και Άγγλοι στρατιώτες. Όμως η εγκαθίδρυση του ονομαζόμενου αυτόνομου καθεστώτος δεν εξασφάλισε και την πραγματική αυτοδιάθεση των Κρητών. ΟΙ μεγάλες δυνάμεις είχαν τον πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο στην Κρήτη, ενώ η οθωμανική αυτοκρατορία συνέχισε να έχει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα του νησιού. 

Η κατ’ όνομα αυτή αυτονομία στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τους Κρήτες που συνέχισαν είτε τους ειρηνικούς είτε και τους ένοπλους αγώνες τους για την πραγματική αυτοδιάθεσή τους και την ένωση με την Ελλάδα.

Το ψήφισμα της κρητικής βουλής για την ανακήρυξη του καθεστώτος της ένωσης, από τα πρακτικά της συνεδρίασης (Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη)

Οι διεθνείς συγκυρίες και το κίνημα του 1908

Το φθινόπωρο του 1908 ήταν ίσως αυτό που καθόρισε την οριστική μοίρα του νησιού, ως τμήμα του ελληνικού κράτους. Η πολιτική ηγεσία του νησιού, σε συνεννόηση με την ελληνική πολιτική ηγεσία, εκτίμησαν ότι πλέον είχε έλθει η ώρα η Κρήτη να γίνει και πάλι Ελλάδα! Τότε εκδηλώθηκε το πλέον μαζικό, ειρηνικό, πολιτικό κίνημα για την ένωση, που πραγματικά οδήγησε λίγους μήνες αργότερα στην οριστική αποχώρηση των μεγάλων δυνάμεων από το νησί και μετέτρεψε σε ελληνοτουρκική υπόθεση την ένωση. Το πολιτικό κίνημα του 1908 ήταν το αποκορύφωμα όλων των διεκδικήσεων για την ένωση, αυτή τη φορά με τη στήριξη και την προτροπή, στο παρασκήνιο, της ελληνικής κυβέρνησης. Μέχρι τότε ο πόθος της ένωσης εκφραζόταν με τα ετήσια ψηφίσματα της κρητικής βουλής, που εξέφραζε την ευχή για την επίτευξη του εθνικού στόχου, αλλά και το κίνημα του Θερίσου, το 1905, το οποίο είχε επιτυχίες στο επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών, αλλά δεν πέτυχε την ένωση.

Τον Σεπτέμβριο του 1908 είχε διαμορφωθεί ένα διεθνές ευνοϊκό περιβάλλον για τους στόχους των Κρητών. Στις 20 του μήνα η Αυστροουγγαρία προχωρούσε στην προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, ενώ δύο ημέρες αργότερα ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας ανακήρυττε τη χώρα του βασίλειο και προσαρτούσε την Ανατολική Ρωμυλία, συγκρουόμενος με την οθωμανική αυτοκρατορία. Παράλληλα, στο εσωτερικό της Τουρκίας ξεσπούσαν μεγάλες αναταραχές. ΟΙ ισορροπίες στη Βαλκανική άλλαζαν και αυτό σκορπούσε αισιοδοξία στους Κρήτες ότι το νέο διεθνές περιβάλλον, αλλά και οι δυσκολίες που είχε πλέον στο εσωτερικό και το εξωτερικό η Τουρκία, θα βοηθούσαν τη θέση της Κρήτης, που ούτως ή άλλως είχε τη συμπαράσταση της διεθνούς κοινής γνώμης στο αίτημα της ένωσης. 

Αυτή τη φορά επιλέγουν ο αγώνας να γίνει πολιτικός αλλά παράλληλα να έχει τη μαζικότητα με τη συμμετοχή του κρητικού λαού. 

Την εποχή εκείνη ύπατος αρμοστής είναι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, επιφανής πολιτικός, ο οποίος στον πολιτικό του βίο ήταν ο μόνος Έλληνας που κατέλαβε τόσα πολλά αξιώματα: έγινε πολλές φορές υπουργός, πρόεδρος της βουλής, 6 φορές πρωθυπουργός, ενώ αναδείχτηκε και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Είχε διοριστεί από τις μεγάλες δυνάμεις ύπατος αρμοστής στην Κρήτη, στις 9 Σεπτεμβρίου 1906, διαδεχόμενος τον πρίγκιπα Γεώργιο, που αναγκάστηκε σε παραίτηση μετά την επανάσταση του Θερίσου. Όταν ήλθε στην Κρήτη, είχε ήδη δύο πρωθυπουργικές θητείες. Από τις αρχές του 1908 προχώρησε σε μια πολιτική καινοτομία: δεν διόρισε απλά συμβούλιο υπουργών (συμβούλων του ύπατου αρμοστή) όπως γινόταν από την αρχή της Κρητικής Πολιτείας, αλλά εκτελεστική επιτροπή (κυβέρνηση) με πρόεδρο τον Βιαννίτη πληρεξούσιο Γεώργιο Παπαμαστοράκη και μέλη τους Χ. Πωλογεώργη, Εμμ. Μοδάτσο και Χ. Σκυλιανάκη. Το φθινόπωρο του 1908 ο Ζαΐμης βρισκόταν σε διακοπές στην Αίγινα. Έτσι η εκτελεστική επιτροπή είχε την πολιτική ευθύνη του νησιού.

Μόλις έγιναν γνωστά τα γεγονότα της Αυστροουγγαρίας και της Βουλγαρίας, οι Κρήτες θεωρούν ότι είναι η χρυσή ευκαιρία. Η κρητική κυβέρνηση του Παπαμαστοράκη, σε συνεννόηση με τους πολιτικούς αρχηγούς, τον πρόεδρο της βουλής Αντώνιο Μιχελιδάκη, τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Ελευθέριο Βενιζέλο και άλλους πολιτικούς παράγοντες του νησιού, οργανώνει παγκρήτιο συλλαλητήριο στα Χανιά. Οι κινήσεις γίνονται σε παρασκηνιακή συνεννόηση με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Θεοτόκη, που ενθαρρύνει τις κρητικές πρωτοβουλίες, ενώ παράλληλα δίνει εντολή στον Ζαΐμη να μείνει μακριά από το νησί. Η Ελένη Γαρδίκα Κατσιαδάκη, στο έργο της «Η ελληνική κυβέρνηση και το Κρητικό Ζήτημα: 1908», αναφέρεται στο πολιτικό παρασκήνιο τονίζοντας, σωστά, την άμεση εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Θεοτόκης, που πίστευε στην ένωση αλλά και σε στήριξη από τη Ρωσία και την Αυστρία, όχι μόνο είχε ενημερωθεί, αλλά ήταν και σε συνεννόηση με την κρητική πολιτική ηγεσία, μέσω του ιδιαίτερου γραμματέα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα Ζαΐμη, ενώ ήταν ο πρόξενος της Ελλάδας στην Κρήτη. Μάλιστα ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε και σχέδιο: αν η Τουρκία κήρυττε τον πόλεμο στη Βουλγαρία, η ελληνική κυβέρνηση θα τηρούσε στάση αναμονής, επιτρέποντας έτσι στην Πύλη να επιτεθεί στο νέο βουλγαρικό βασίλειο. Η Κρήτη θα κήρυττε την ένωση αν η Τουρκία έμενε αδρανής. Η λογική του ήταν να διατηρηθεί η ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να αναχαιτισθεί η Βουλγαρία ώστε να μην προχωρήσει στη Μακεδονία. 

Οι συνεννοήσεις Θεοτόκη – Παπαμαστοράκη έγιναν, μέσω του Ραγκαβή, το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου, στο γραφείο του αρχηγού της κρητικής χωροφυλακής. Το σχέδιο στο οποίο κατέληξαν οι δύο πλευρές ήταν να κηρυχθεί η ένωση σε μεγάλο συλλαλητήριο και στη συνέχεια οι εξελίξεις να επικυρωθούν από την κρητική βουλή. 

Η διαδικασία αυτή προκάλεσε πολιτικά τετελεσμένα στην Κρήτη. Οι μεγάλες δυνάμεις εμμέσως δέχτηκαν τις εξελίξεις, καθώς δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Χωρίς να αποδεχτούν την ένωση, για πρώτη φορά αναγνώρισαν – με την επίσημη αλληλογραφία που της απηύθυναν- την ύπαρξη κρητικής κυβέρνησης. Για πρώτη φορά έκαναν μάλιστα λόγο για συζήτηση περί ένωσης, με παράλληλη διασφάλιση της τάξης στο νησί της προστασίας των μουσουλμάνων κατοίκων. Και λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1909, αποχώρησαν επισήμως από το νησί, αναγνωρίζοντας το καθεστώς της αυτοδιάθεσης που είχε ξεκινήσει από το φθινόπωρο του 1908. 

Φυσικά η ένωση δεν επιτεύχθηκε τότε, καθώς η Τουρκία απειλούσε με την κήρυξη πολέμου προς την αδύναμη Ελλάδα. Ακόμη κι όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας, υποχρεώθηκε να αρνηθεί δύο φορές την ένωση στους μέχρι χθες συμμαχητές του. Και τελικά, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος στην Τουρκία με τον οποίο ξεκινούσε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος, τον Οκτώβριο του 1912, δέχτηκε τους Κρήτες βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο και άρα επισήμως υπέγραψε την ένωση, η οποία επίσημα συντελέστηκε την 1η Δεκεμβρίου 1913. 

Τα συλλαλητήρια 

της ένωσης

Μετά τις συνεννοήσεις των πρωθυπουργών της Κρήτης και της Ελλάδας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Εμμανουήλ Ξηρός, ο Χ. Πλουμιδάκης και ο Εμμ. Παπαγιαννάκης ανέλαβαν να καλέσουν σε συλλαλητήριο για την ένωση, στα Χανιά. Το συλλαλητήριο ορίστηκε για τις 2 το μεσημέρι της Τετάρτης 24 Σεπτεμβρίου, στο Πεδίο του Άρεως. Η προκήρυξη που διανεμήθηκε σε κάθε γωνιά των Χανίων, ανέφερε: «Αγαπητοί συμπατριώται, της Βουλγαρίας ανακηρυχθείσης εις Βασίλειον, ανάγκη αμέσως αύριον να κηρύξωμεν την ένωσιν».

Η χανιώτικη εφημερίδα «Το Σύνταγμα» ανέφερε στις 26 Σεπτεμβρίου σε εκτεταμένο ρεπορτάζ ότι «εν τω πεδίω του Άρεως ενώπιον απείρου πλήθους ωμίλησεν μετ’ ευφραδείας προς τον λαόν» ο δικηγόρος και πολιτευτής Νικόλαος Ζουρίδης. Το ψήφισμα που εκδόθηκε επιγραφόταν ως ψήφισμα του λαού της πρωτευούσης και δυτικών επαρχιών. Το πλήθος ανερχόταν σε 15.000 ανθρώπους σύμφωνα με τις αθηναϊκές εφημερίδες. 

Στο ψήφισμα αναφέρονταν: 

«Ο λαός της Πρωτευούσης και των Δυτικών Επαρχιών

Συνελθών σήμερον εις πάνδημον συλλαλητήριον εν τω πεδίω του Άρεως Χανίων 

Συνεχίζων το προαιώνιον εθνικόν και αναλλοίωτον πρόγραμμα του Κρητικού λαού

Κηρύττει εν ονόματι της ομοουσίου και αδιαιρέτου Αγίας Τριάδος την ένωσιν της Κρήτης μετά του Ελευθέρου Βασιλείου της Ελλάδος όπως μετ’ αυτού αποτελέση εσαεί εν αναπόσπαστον και αδιαίρετον συνταγματικόν κράτος.

Παρακαλεί την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων να καταλάβη την Νήσον και αναλάβη την διοίκησιν αυτής, την δε Κυβέρνησιν της Κρήτης να συγκαλέση την Βουλήν και να διατάξη τας αρχάς του τόπου να διοικώσιν αυτόν εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων.

Συνιστά επιτροπήν εκ του Στεφάνου Ψαρουδάκη, Αντ. Κατζουράκη, Εμμ. Ξηρά, Αριστ. Κριάρη, Χαραλ. Πλουμιδάκη, Εμμ. Παπαγιαννάκη, Σπυρ. Μαλατάκη, Εμμ. Παπαδερού, Γ. Φούμη, Πέτρου Μαρή, Εμμ. Φραντζεσκάκη, Γ. Παπαδοπέτρου, Γ. Πανηγυράκη, Εμμ. Θεοδωρίδου, Ν. Ζουρίδη, Ν. Μπιστολάκη και Ιωσήφ Λεκανίδου, όπως δια της Κυβερνήσεως του τόπου διαβιβάση το παρόν ψήφισμα εις την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων και την Κυβέρνησίν του, η αυτή δ’ Επιτροπή επιδώση αυτό προς τους κ.κ. Αντιπροσώπους των Μ. Δυνάμεων.

Εν Χανίοις τη 24 Σεπτεμβρίου 1908»

Μετά το τέλος της συγκέντρωσης, το τεράστιο πλήθος ξεκίνησε πορεία προς τη Χαλέπα, όπου ήταν οι έδρες των προξένων των μεγάλων δυνάμεων, ζητωκραύγαζε και πυροβολούσε στον αέρα, ενώ προηγείτο η μπάντα της μουσικής του συλλόγου «Χρυσόστομος». Επέδωσε τα ψηφίσματα στους προξένους και στη συνέχεια το πλήθος μετέβη στο μέγαρο των δημοσίων γραφείων, όπου βρισκόταν ο πρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Παπαμαστοράκης στον οποίο και επέδωσε το ψήφισμα.

Η Κυβέρνηση 

της Κρήτης

Την ίδια ημέρα του συλλαλητηρίου δημοσιευόταν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας ψήφισμα της κρητικής κυβέρνησης στο οποίο αναφέρονταν: «Η Κυβέρνησις της Κρήτης, διερμηνεύουσα το αναλλοίωτον φρόνημα του Κρητικού Λαού, κηρύσσει την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την ένωσιν αυτής μετά της Ελλάδος, όπως μετ’ αυτής αποτελέση αδιαίρετον και αδιάσπαστον Συνταγματικόν Βασίλειον. Παρακαλεί την Α.Μ. τον Βασιλέα ν’ αναλάβη την διακυβέρνησιν της νήσου. Δηλοί ότι μέχρι τούτου θέλει συνεχίσει να κυβερνά την Νήσον εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων, κατά τους νόμους του ελληνικού βασιλείου. Εντέλλεται εις τας Αρχάς της νήσου, όπως, συμφώνως τω ψηφίσματι τούτω, εξακολουθήσωσι ν’ ασκώσι τα καθήκοντα της υπηρεσίας των».

Το ψήφισμα υπέγραφαν, ο πρόεδρος Γ. Παπαμαστοράκης και τα μέλη Χ. Πωλογεώργης και Ε. Μοδάτσος. Ο μουσουλμάνος Σκυλιαννάκης είχε διαχωρίσει τη στάση του, όπως ήταν περίπου φυσικό.

Σ’ όλη την Κρήτη γίνονται συλλαλητήρια υπέρ της ένωσης και εκδίδονται ανάλογα ψηφίσματα. Συγκροτούνται λαϊκές επιτροπές για να συντονίσουν με την κρητική κυβέρνηση τις προσπάθειες, ενώ τα δημοτικά συμβούλια αλλά και οι φορείς των Κρητών σε όλη τη χώρα, εκδίδουν ανάλογες αποφάσεις. Όλα τα ψηφίσματα δημοσιεύονται στη συνέχεια στην Κρητική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (που από τις 24 Σεπτεμβρίου ονομάζεται «Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος εν Κρήτη») ώστε να πάρουν επίσημο χαρακτήρα. 

Στο Ηράκλειο

Στο Ηράκλειο, την επόμενη ημέρα, συγκροτήθηκε επίσης συλλαλητήριο, με τη συμμετοχή χιλιάδων κατοίκων. Στο ψήφισμα που εγκρίθηκε αναφέρονταν:

«Ο λαός της πόλεως Ηρακλείου διερμηνεύων και την γνώμην ολοκλήρου του νομού, συνελθών εις πάνδημον συλλαλητήριον αυθορμήτως διετρανών τον ιερόν αυτού πόθον υπερ της ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος, κηρύττει ταύτην συνεχίζων ούτω την αδιάσπαστον εν χρόνω και χώρω ενέργειαν, ην από πολλών ήδη γενεών ο Κρητικός λαός εξεδήλωσεν, ότε μεν πολεμών κατά του πρώην καθεστώτος, κατά δε τα τελευταία έτη της ελευθερίας του ειρηνικώς και νομιμοφρόνως πολιτευόμενος.

Ο Κρητικός λαός πέποιθεν ότι αρκούσιν αι κατά το παρελθόν θυσίαι, ευλογούντως δε του Θεού την ημετέραν απόφασιν και αι Προστάτιδες και αι λοιπαί Μεγάλαι Δυνάμεις θέλουσιν ευδοκήσει ίνα επιτελέσωσι το Εθνικόν ημών τούτον έργον και αποδοθή ημίν η από πολλού ήδη αναμενόμενη αύτη δικαιοσύνη δια της Ενώσεως της πολυπαθούς ημών Πατρίδος Κρήτης μετά της Ελλάδος. 

Επί τούτω προσκαλεί τον Βασιλέα των Ελλήνων να αναλάβη την διακυβέρνησιν του τόπου.

Επιδοκιμάζει τας εθνικάς ενεργείας της Κυβερνήσεως του τόπου και προσκαλεί αυτήν να διοική την Νήσον εν Ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου του Α΄, μέχρις ου ονομάση Αντιπρόσωπον Του

Συνιστά δε επιτροπήν αποτελουμένην από τους κκ Ε. Λογιάδην, Αριστείδην Στεργιάδην, Ν. Κεφαλογιάννην, Γεώργιον Γεωρνυμάκην και Εμμ. Πολυχρονίδην, ίνα επιδώση αντίγραφον του παρόντος προς τους αξιοτίμους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμων και προς την Κυβέρνησιν ίνα το διαβιβάση προς την Α. Μεγαλειότητα τον Βασιλέα και προς την Κυβέρνησίν του.

Εγένετο εν Ηρακλείω τη 25 Σεπτεμβρίου 1908».

Το βράδυ της παραμονής του μεγάλου συλλαλητηρίου του Ηρακλείου είχε συνεδριάσει το δημοτικό συμβούλιο της πόλης που κήρυξε την ένωση, καλώντας τον βασιλέα των Ελλήνων να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Παράλληλα συγκρότησε επιτροπή που θα συναντούσε τους αντιπροσώπους των ΜΕΔ και της κρητικής κυβέρνησης και θα τους παρέδιδε το ψήφισμα, ενώ θα το έστελνε και στον βασιλέα. Στην επιτροπή συμμετείχαν, ο πρόεδρος του Δ.Σ. Αριστείδης Στεργιάδης και οι δημοτικοί σύμβουλοι Αντώνιος Χατζηδάκης, Χαράλαμπος Γιαμαλάκης, Νικόλαος Μακράκης, Νικόλαος Ζαγκάκης και Ηρακλής Αρχανιωτάκης.

Ανάλογα ψηφίσματα εκδόθηκαν από όλα τα δημοτικά συμβούλια της Κρήτης, τις λαϊκές και επαρχιακές συνελεύσεις στις πόλεις και τα χωριά. Και δημοσιεύτηκαν όλα σε παραρτήματα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στις 13 Οκτωβρίου και στις 3 Νοεμβρίου 1908. Στα δύο παραρτήματα διαβάζουμε τα ψηφίσματα των συλλαλητηρίων και των δημοτικών συμβουλίων των δήμων του νομού Ηρακλείου, κατά τη σειρά που δημοσιεύτηκαν:

Κρουσώνα, Αγίου Μύρωνα, Ζαρού, Χάρακα, Σχοινιά, Αρκαλοχωρίου, Μεγάλης Βρύσης, Δαφνών, Αρχανών, Αγιών Παρασκιών, Καστελλίου Πεδιάδος, Επισκοπής, Παναγιάς, Λαγκάδας, Ρογδιάς, Γόρτυνας, Τυμπακίου, Πλατάνου. Επίσης οι δήμοι της επαρχίας Βιάννου, Μύρτου, Αγίου Βασιλείου και Βιάννου, που τότε ανήκαν στο νομό Λασιθίου. 

Η βουλή της Κρήτης

Στις 29 Σεπτεμβρίου συγκαλείται εκτάκτως και η κρητική βουλή. Ο πρόεδρος της κυβέρνησης Γεώργιος Παπαμαστοράκης παίρνει το λόγο, σημειώνοντας, όπως αναφέρεται στα επίσημα πρακτικά της συνεδρίασης: «… ο Λαός της Κρήτης αυθορμήτως και ως εις άνθρωπος προέβη ερειδόμενος επί των απαραγράπτων δικαιωμάτων του και συνεχίζων το προαιώνιον και αναλλοίωτον αυτού πρόγραμμα, δια το οποίον υπερανθρώπους αείποτε θυσίας και ποταμούς αιμάτων έχυσεν εις το να διακηρύξη ενώπιον Θεού και ανθρώπων δια πανδήμων και επιβλητικών συλλαλητηρίων και δια ψηφισμάτων αυτού την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την ένωσιν αυτής μετά του Ελληνικού Βασιλείου και να προσκαλέση την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων ν’ αναλάβη την διακυβέρνησιν της Νήσου. Η Κυβέρνησις της Κρήτης πιστή εντολοδόχος υμών και πιστώς διερμηνεύουσα και σύμπαντος του Λαού και αυτής τα αισθήματα, προέβη την 24ην Σεπτεμβρίου 1908 εις το εξής κήρυγμα». Και μέσα σε πανηγυρισμούς και χειροκροτήματα διάβασε το ψήφισμα που δημοσιεύτηκε εκείνη την ημέρα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 

Αμέσως μετά, ο Παπαμαστοράκης κάλεσε τους βουλευτές να σηκωθούν από τα έδρανα και διάβασε το διάταγμα έναρξης της έκτακτης συνόδου της βουλής, το όνομα του βασιλέα των Ελλήνων, ως την πρώτη επίσημη πράξη της ένωσης. Τις τελευταίες φράσεις του «καλύπτουσιν ενθουσιώδεις ζητωκραυγαί και παρατεταμένα χειροκροτήματα υπέρ της Ενώσεως και του Βασιλέως», όπως αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης. 

Στη συνέχεια, ο προσωρινός πρόεδρος της βουλής Ιωάννης Αϊνικολιώτης ανήγγειλε την έναρξη της συνεδρίασης, στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων, Γεωργίου Α΄. Με τη σειρά της η κρητική βουλή προχωρούσε στην κήρυξη της ένωσης, με το εξής ψήφισμα:

«Η Βουλή των Κρητών, διερμηνεύουσα το αναλλοίωτον φρόνημα του Κρητικού Λαού, Ψηφίζει

Κηρύττει την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την Ένωσιν αυτής μετά του Βασιλείου της Ελλάδος, εις μίαν αδιαίρετον Συνταγματικήν Πολιτείαν. 

Προσκαλεί την Α.Μ. τον Βασιλέα των Ελλήνων ν’ αναλάβη την διακυβέρνησιν της Νήσου».

Μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και εν μέσω συνθημάτων υπέρ της ένωσης, του έθνους και του βασιλιά, ο πρωθυπουργός της Κρήτης κάλεσε τους βουλευτές να ορκιστούν σύμφωνα με τον όρκο των Ελλήνων βουλευτών. 

Ενωτική κυβέρνηση με Μιχελιδάκη

Την επομένη ημέρα, 30 Σεπτεμβρίου 1908, συγκλήθηκε και πάλι η κρητική βουλή, προκειμένου να εκλέξει κυβέρνηση (εκτελεστικό). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και άλλοι βουλευτές, όπως ο Εμμανουήλ Λογιάδης, αναλύουν τη νέα κατάσταση και τους λόγους που οδήγησαν τον κρητικό λαό στα μαζικά συλλαλητήρια κήρυξης της ένωσης. Πάνω από 30 βουλευτές, ψήφισαν πρόταση που παρουσίασε ο βουλευτής Χανίων Εμμανουήλ Παπαδερός, συγκροτείται νέα, ενωτική Εκτελεστική Επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν όλες οι τάσεις του κρητικού πολιτικού κόσμου. ΟΙ στιγμές ήταν τέτοιες και τόσο ενθουσιώδεις ώστε ο Ελευθέριος Βενιζέλος εισηγείται ώστε πρόεδρος της ενωτικής κυβέρνησης να είναι ο μεγάλος αντίπαλός του Αντώνιος Μιχελιδάκης, από τη Ρογδιά, αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Μέλη (υπουργοί) της κυβέρνησης αναλαμβάνουν οι Ελευθέριος Βενιζέλος, Εμμανουήλ Λογιάδης, Μίνως Πετυχάκης και Χαράλαμπος Πωλογεώργης. Η κυβέρνηση ορκίστηκε το όνομα του βασιλιά των Ελλήνων.

Αυτή είναι η νέα μορφή της πολιτικής διεκδίκησης της ένωσης, που δείχνει να είναι αποτελεσματική, αφού οι μεγάλες δυνάμεις αναγκάζονται να αναγνωρίσουν την κρητική κυβέρνηση και να απαντήσουν πλέον σ’ αυτήν σε σχέση με το αίτημα. Στο εξής, και μέχρι την ένωση, τον Δεκέμβριο του 1913, το κίνημα της ένωσης του φθινοπώρου του 1908 θα είναι το σημείο αναφοράς σε κάθε πολιτική κίνηση ή ψήφισμα.

Φυσικά με τη νέα κατάσταση στο νησί, καταργήθηκε de facto το καθεστώς της αρμοστείας στο νησί κι έτσι ο Ζαΐμης ουδέποτε επέστρεψε για ν’ αναλάβει και πάλι τα καθήκοντά του.

Οι μεγάλες δυνάμεις

Την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 1908 οι γενικοί πρόξενοι των μεγάλων δυνάμεων, κατ’ εντολή των κυβερνήσεών τους, έστελναν γραπτώς της απάντησή τους στην κρητική κυβέρνηση για το θέμα της πολιτικής διεκδίκησης της ένωσης. Και μόνο το γεγονός της απάντηση στην Εκτελεστική Επιτροπή ήταν ένα θετικό βήμα, αφού στην ουσία αναγνωριζόταν το καθεστώς που είχε ήδη επιβληθεί στο νησί. Επί της ουσίας, οι δυνάμεις για πρώτη φορά σημείωναν ότι μπορούσαν να συζητήσουν με την Τουρκία την ένωση, υπό την προϋπόθεση της διασφάλισης της ησυχίας και της τάξης στο νησί και φυσικά της ασφάλειας των μουσουλμάνων, την οποία η Τουρκία διαρκώς επικαλείτο για να διατηρήσει την πολιτική επαφή και παρουσία της στην Κρήτη.

Το κείμενο είχε ως εξής:

«Οι υπογεγραμμένοι αντιπρόσωποι της Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ρωσίας εντολή των Κυβερνήσεών των λαμβάνουσι την τιμήν να γνωρίσωσιν εις την Κρητικήν κυβέρνησιν, ότι:

Αι Προστάτιδες Δυνάμεις θεωρούσι την ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος ως εξαρτωμένην εκ της συναινέσεως των Δυνάμεων, αίτινες ανέλαβον υποχρεώσεις απέναντι της Τουρκίας.

Εν τούτοις δεν θα απείχον από του να αποβλέψωσι μετ’ ευμενείας προς την συζήτησιν του ζητήματος τούτου μετά της Τουρκίας, εάν η τάξις διατηρηθή εν τη νήσω και αν εξ’ άλλου η προστασία του μουσουλμανικού πληθυσμού εξασφαλισθή.

Δράττονται δε της ευκαιρίας, ίνα διαβιβάσωσιν εις την Κρητικήν Κυβέρνησιν την διαβεβαίωσιν της εξόχου υπολήψεώς των.

Εν Χαλέπα 15/28 

Οκτωβρίου 1908

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΠΗΛ

Β. ΛΕΜΠΡΕΧΤ

ΕΜΜ. ΜΠΕΡΤΑΝ

ΜΠΟΡΙΣ ΠΕΛΕΚΙΝ».

Η απάντηση 

της κρητικής 

κυβέρνησης

Στην ανακοίνωση των αντιπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων, η κρητική κυβέρνηση (Εκτελεστική Επιτροπή) έδωσε μια διπλωματική απάντηση στις 18 Οκτωβρίου 1908, εκτιμώντας ως σημαντικό βήμα το κείμενο των ΜΕΔ και διαβεβαιώνοντας ότι θα κάνει το παν ώστε να διασφαλιστεί η τάξη στο νησί. Στην ουσία αναγνώριζε τη διακοίνωση ως πρόθεση των ΜΕΔ να οδηγήσουν την Κρήτη στην ένωση, διεκδικώντας με τον τρόπο αυτό τα τετελεσμένα, που φυσικά δεν είχαν διασφαλιστεί με το κείμενο των αντιπροσώπων των δυνάμεων. 

«Η επιτροπή – τονιζόταν στην απάντηση- σπεύδει να παρακαλέση τους κ.κ. γενικούς προξένους όπως ευαρεστηθώσι να ερμηνεύσωσι προς τας Δυνάμεις την βαθυτάτην αυτής ευγνωμνοσύνην, ότι ηυδόκησαν να τη ανακοινώσωσιν, ότι δεν αφίστανται της αποφάσεως ν’ αποβλέψωσι μετ’ ευμενείας προς την μετά της Τουρκίας συζήτησιν της ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος, εάν η τάξις διατηρηθή επί της νήσου, αφ’ ετέρου δ’ η προστασία του Μουσουλμανικού πληθυσμού εξασφαλισθή. 

Η επιτροπή θεωρεί καθήκον αυτής να διαβεβαιώση, ότι η διατήρησις της τάξεως και η ασφάλεια του Μουσουλμανικού πληθυσμού δεν θα παύση ν’ αποτελώσιν, ως και μέχρι τούδε, το διαρκές αυτής μέλημα.

Ο Κρητικός λαός, προσηλωμένος σήμερον ειπέρ ποτέ και άλλοτε εις τας παραδόσεις και τους πόθους αυτού, τους τοσάκις αναγνωρισθέντας ως νομίμους, πεποιθώς δε εις το απαράγραπτον των δικαιωμάτων του, υπό βαθυτάτης καταλαμβάνεται ευγνωμοσύνης, μανθάνων ότι αι προστάτιδες Δυνάμεις εις χείρας αυτών ανέλαβον την υπόθεσίν του. Και πεπεισμένος ο Κρητικός λαός, ότι αι Δυνάμεις εν τη υψηλή αυτών ευμενεία θα ευδοκήσωσι να επισφραγίσωσι το έργον της ελευθερίας, το οποίον ανέλαβον, αναθέτει τας τύχας του εις αυτάς μετά πλήρους εμπιστοσύνης, μετά της βεβαιότητος, ότι η προς την Ελλάδα ένωσίς του, η εξαγορασθείσα δι αναριθμήτων θυσιών, θέλει τέλος οριστικώς επιδικασθή εις αυτόν». 

Έκκληση στους Κρήτες

Μετά τη διακοίνωση των ΜΕΔ προς την κρητική κυβέρνηση, και πριν η τελευταία απαντήσει στους προξένους, απηύθυνε προς τον κρητικό λαό προκήρυξη, με την οποία εκτιμούσε ως θετική την κίνηση των δυνάμεων και καλούσε τους Κρητικούς να επιδείξουν ευθύνη και διασφαλίσουν την τάξη και την ησυχία του τόπου. 

Στην προκήρυξη αναφέρονταν:

«Συμπολίται,

Η γενομένη ημίν ανακοίνωσις υπό των κ.κ. Αντιπροσώπων των Προστατίδων Δυνάμεων ορίζουσα, ότι αι Προστάτιδες Δυνάμεις μετ’ ευμενείας θέλουσιν αναλάβει την διαπραγμάτευσιν του ημετέρου ζητήματος, παρέχεις εις ημάς την ελπίδα ότι το ημέτερον ζήτημα θέλει τύχει τέλος της δικαίας και εθνικής αυτού λύσεως, την οποίαν από τόσου χρόνου και οι πατέρες ημών και ημείς δια τόσων μεγάλων θυσιών και κινδύνων επιδιώξαμεν. Αλλά την αγαθήν ταύτην λύσιν θέτουσιν υπό τον όρον, εάν η τάξις και διατηρηθή εν τη νήσω και αν η προστασία του μουσουλμανικού πληθυσμού εξασφαλισθή. 

Αδελφοί! Της τηρήσεως της ησυχίας και τάξεως και της προς τους συμπολίτας ημών μουσουλμάνους νομιμόφρονος και αμέμπτου ημών συμπεριφοράς μέχρι τούδε εδείξατε ότι έχετε ικανήν συναίσθησιν. Δια τούτο δεν αμφιβάλλομεν ότι και εις το μέλλον, αφ’ ου εκ του επισήμου στόματος των κ.κ. Αντιπροσώπων των Προστατίδων Δυνάμεων εμάθατε ότι τόσον πολυτίμως θ’ ανταμειφθώμεν, δια της επιτυχίας τέλος των εθνικών ημών πόθων, η πρώτη και μόνη ημών φροντίς θα είναι πως οι δυο ούτοι όροι θα τυγχάνωσιν εκ μέρους υμών θρησκευτικής ευλαβείας. Ου μόνον δ’ υμείς καθ’ ένα έκαστον θα απέχητε από του να διαταράττητε την ησυχίαν και ασφάλεια των συμπολιτών σας, καταστέλλοντες εν υμίν παν αίσθημα είτε πλεονεξίας είτε εκδικήσεως, αλλά και ως μέλη κοινοτήτων θα ασκήτε την αγαθοποιόν και ειρηνικήν υμών επίδρασιν εις το να επαναφέρητε εις την τάξιν τους τυχόν απομακρυνομένους αυτής συμπολίτες σας, θα είσθε οι προστάται και βοηθοί εν περιπτώσει κακής κατά των συνοίκων μουσουλμάνων προθέσεως κακοποιών στοιχείων, και θα συντρέχητε μετά προθυμίας και ειλικρινείας την δημοσίαν δύναμιν, οσάκις αύτη ήθελεν ευρεθή εις την ανάγκην να προστατεύση την ζωήν, τιμήν και περιουσίαν των Κρητών πολιτών. 

Αδελφοί! Το απαιτούμενον τούτον τίμημα της δια της τηρήσεως της τάξεως και προστασίας των συμπολιτών μας εξαγοράσεως του ανεκτιμήτου αγαθού, δια το οποίον τόσον αίμα επότισε το Κρητικόν έδαφος, της επιτυχίας των εθνικών μας πόθων, είνε τόσον εύκολον και αδάπανον και φυσικώς σύμφωνον προς τας νομίμους του Κρητικού λαού διαθέσεις και προς την πολιτικήν αυτού ωριμότητα, ώστε δεν πιστεύομεν ότι θα ευρεθή Κρης, ο οποίος θα ασεβήση τόσον προς εαυτόν, προς την πατρίδα του και προς την αγίαν μνήμην των υπέρ αυτής θυσιασθέντων, ώστε χάριν ευτελών όλως πραγμάτων και εκπληρώσεως αγενών παθών να πωλήση την πατρίδα του και να φέρη εις το μέλλον και αυτός και οι απόγονοί του το ανεξάλειπτον στίγμα και την κατάραν του Έθνους, ότι αυτός δια της αντιπατριωτικής διαγωγής του έγινεν η αιτία, ίνα η πολυπαθής Κρήτη εξακολουθήση και εις το μέλλον να σφαδάζη εις τους σπασμούς της αβεβαιότητος και προσωρινότητος.

Εν Χανίοις τη 16 Οκτωβρίου 1908.

Διατελούμεν μετ’ αδελφικής αγάπης

Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ 

Ο Πρόεδρος

Α. Μιχελιδάκης

Τα μέλη 

Ελ. Βενιζέλος

Ε. Λογιάδης

Χ. Πωλογεώργης

Μ. Πετυχάκης» .

Επί εβδομάδες οι εξελίξεις στην Κρήτη κυριάρχησαν στον τύπο της Ελλάδας. 

Ενδεικτικά παρουσιάζουμε μερικά πρωτοσέλιδα από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, την Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου