ΡΩΜΙΟΙ (Γιατί Ρωμιοί)

15 Δεκ 2014

Τα Νέα της Τουρλωτής (Σητείας): Έφυγε ο Γιάννης Κουκουρογιαννάκης (Χαρκιάς)

ΕΦΥΓΕ Ο ΧΑΡΚΙΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΛΩΤΗΣ

(Ιωάννης Μ. Κουκουρογιαννάκης)

Ξαφνικό κι αναπάντεχο το θλιβερό χαμπάρι, που κατασκίασε 
ωσάν μαύρη καταχνιά το χωριό μας, την Τουρλωτή, το  πρωί 
της περασμένης Πέμπτης, 11 του Δεκέμβρη. Ο Γιάννης, ο 
Χαρκιάς, τελεύτησε τον βίο του. 
Όλοι στο χωριό, μα και οι απανταχού τουρλωτιανοί, μείνανε 
άναυδοι από τον απρόσμενο μισεμό του Χαρκιά. Από ολονών 
τα χείλη βγαίνανε μόνο καλά λόγια για τον Χαρκιά τους. 
Και στο διαδίχτυο αναρτηθήκανε μηνύματα.
Ο Μιχάλης Κ. Αγγελάκης, απόμαχος Καπετάνιος της 
Ναυτοσύνης, έγραψε μεταξύ άλλων. «Τίμιος βιοπαλαιστής και 
ευσυνείδητος επαγγελματίας, αβγάτισε τη ζωή του με αγώνα 
και αξιώθηκε να δημιουργήσει βιος, οικογένεια με παιδιά κι 
εγγόνια. Ήταν αγαπητός κιμπάρης στην παρέα, ευχάριστος 
γλεντζές, αξέχαστος ομπροσμερίτης του πηδηχτού. Έδωσε και 
πήρε χαρές»
Ο Οδυσσέας Τσαγκαράκης, Ομότιμος Καθηγητής του 
Πανεπιστήμιου Κρήτης, σκιαγράφησε τον εκλιπόντα με τρεις 
λέξεις «Χαμογελαστός, Καλοσυνάτος, Ντόμπρος». 
Ο Δημήτρης Μπετίνης, δεξιοτέχνης της λύρας, 
στιχούργησε «Και το καμίνι επάγωσε, τ' αμόνι δε 
γροικάται, γιατί ο "ΧΑΡΚΙΑΣ" τση Τουρλωτής ήσυχος 
μπλιό κοιμάται.»

Ξύπνησε και σε μένα μνήμες ο μισεμός του, μνήμες παιδικές. 
Κατοχή. Πείνα και γδύμια. Όμως, εμείς τα κοπέλια παρ' όλη τη 
δυστυχία μας, παίζαμε. Παίζαμε αυτοσχέδια παιγνίδια. Ένα 
ήτανε και η αμάδα με το μούτσο. Ο Χιαχιάνης, έτσι λέγαμε το 
Γιάννη χαϊδευτικά, φορούσε μια καμιζόλα, που δεν εγάτεχες 
είντα χρώμα είχε από τα πολλά μπαλώματα. Εκτός από τα 
μπαλώματα είχε και μια μεγάλη τσέπη. Είντα τη θέλει τοσηνιά 
τσέπη; ρωτώ μια μέρα το Μιχάλη τση Πελαγίας. Α, δε γατές; 
Για να βάνει μέσα την αμάδα. Πήγε στην Κορακιά (τοποθεσία) 
και βρήκε μια αμάδα, που 'ναι και πρώτη. Πράγματι μ' αυτή 
την αμάδα, μας έβγαζε όλους εκτός μάχης. Ξάμωνε τον μούτσο 
και τον πετύχαινε διάνα.
Η Κατοχή πέρασε, ο Γιάννης ξεσκόλισε, μα ο Κύρης του δεν 
είχε περίσσιο βιος για να τον-ε-πέμψει στο Γυμνάσιο. 
Υποχρεωτικά έπρεπε να μάθει μια τέχνη. Έτσι συνηθιζότανε 
τότε. Όσα από τα κοπέλια που δε συνεχίζανε στο Γυμνάσιο, 
πηγαίνανε στη τέχνη. Ο Γιάννης διάλεξε να γενεί Χαρκιάς.
Έξυπνο και προκομμένο κοπέλι, ο Γιάννης, γρήγορα μπήκε στα 
μυστικά της τέχνης του Ήφαιστου. Με τη φωτιά και το σίδερο, 
εκεί, μεταξύ σφύρας και άκμονος, έπλαθε αριστουργήματα και 
χρειαζούμενα πράματα. Πορτοπαράθυρα, κάγκελα, σκαλίδες, 
σκαλιδάκια, μανάρια, μαναράκια και όλα όσα γίνονται με το 
σίδερο και την πυρά. Μέχρι τέλους του βίου του τεχνουργούσε 
όλα τα απαραίτητα εφόδια του γεωργού, σκαπτικά ή κοπτικά 
εργαλεία. Σ' όλη την Επαρχία είχε πελάτες. Γέμιζε τον 
τριχοντρουβά του και τους τα 'κανε διανομή. 
Ο Γιάννης δεν έφτιαχνε μόνο γεωργικά εργαλεία, αλλά τα ήχε 
και για δικού του. Ήπιανε στα στιβαρά του χέρια τη σκαλίδα κι 
ήβγανε το χώμα σπίθες. Με τα δυο του χέρια ήθρεψε κι 
αποκατάστησε τα παιδιά του. Και ευτυχίσανε, αυτός και η 
γυναίκα του η Αννούλα, να αποκτήσουνε κι εγγόνια και να 
δούνε να γεμίζει το σπιτικό τους με χαρές και γέλια.
Παραδοσιακός σε όλα του ο Χαρκιάς. Δεν αποχωριζότανε τον 
τριχοντρουβά του. Δεν είχε ποτέ δικό του αυτοκίνητο. Με τα 
πόδια πήγαινε οπού 'θελε και μάζωνε ότι χορταράκι ήβρισκε, 
αβρονιές και σφαράγγια, ως  και άλλα της γης ανεφυσίδια, 
χοχλιούς ή αμανήτους. Παραδοσιακός ήτανε και ο αγαπημένος 
του χορός. Ο στειακός πηδηχτός. Την ρακή του, αγαπούσε να 
την πίνει στο τεζάκι. Χαρτοπαίχτης δεν ήτανε, μα ήτανε ο 
μάστορας του εξήντα έξι. Άμα του 'λεγα να παίξουμε ένα, μου 
'λεγε, ντα γατέχεις το; Ήθελε μάστορα απέναντι του για να τον 
νικήσει παλικαρίσια. Ταχτικός και στους εκκλησιασμούς. Δεν 
άφηνε Κυριακή ή Σκόλη. Μπορεί να πήγαινε στην εκκλησιά πιο 
μπρος κι από τον παπά.  ΄
Στις 3 του Δεκέμβρη συναντηθήκαμε εδώ στη Σητεία κι ήπιαμε 
μαζί καφέ. Ετσά που τον-ε-πίναμε, γυρίζει και μου λέει. «Ορέ 
Κωστή, μπα να 'δες τον Εικοσπεντάκη;» Γιάντα, είντα τον-ε-
θες, του 'πα όλος απορία. «Να του ξεπληρώσω τον τάφο που 
μου φτιαξε» Ταράχτηκα λίγο και για να μη φανεί η ταραχή 
μου, ήστεσα εκειά την κουβέντα. Από κεια κι ύστερα δεν τον 
ξανάδα.
Καλό του ταξίδι.
ΚΩΣΤΗΣ ΖΕΡΒΑΚΗΣ
12 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2014