ΡΩΜΙΟΙ (Γιατί Ρωμιοί)

17 Φεβ 2015

100+1 Χρόνια από την ανακήρυξη της ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ της Βορείου Ηπείρου. 17 Φεβρουαρίου 1914 - 17 Φεβρουαρίου 2015. Δυστυχώς οι ελληνικές κυβερνήσεις (μετά το 1974) δεν ενδιαφέρθηκαν για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου.


17 Φεβρουαρίου 1914: Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου επαναστατούν και υψώνουν στο Αργυρόκαστρο την Ελληνική Σημαία με τον Σταυρό και τον Δικέφαλο Αετό, απαιτώντας την ένωση με την μητέρα Ελλάδα. Η αντίδραση αυτή των Ελλήνων οφειλόταν στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας στις 17 Δεκεμβρίου 1913,που καθόριζε τα σύνορα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, εντός των οποίων συμπεριλαμβανόταν και η Βόρειος Ήπειρος. Οι περιοχές της Βορείου Ηπείρου που είχαν μόλις πριν μερικούς μήνες ελευθερωθεί από τους Έλληνες, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, επιδικάστηκαν στην Αλβανία!

Αυτή η εξέλιξη συνέφερε την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία. Η πρόθεση αυτή των Μεγάλων Δυνάμεων, έγινε γνωστή με την λήξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου και με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μα8ου 1913. Αυτή η συνθήκη περιελάμβανε τον εξής εκβιασμό: τα νησιά του Αιγαίου πελάγους θα δίνονταν στην Ελλάδα, μόνο εάν δεχόταν χωρίς αντίρρηση, να παραχωρηθεί η Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία.

Οι Έλληνες βορειοηπειρώτες αντέδρασαν με κάθε τρόπο σ’ αυτόν τον απαράδεκτο εκβιασμό. Ζήτησαν την αποστολή «Ειδικής Επιτροπής» στη Βόρειο Ήπειρο για να εξακριβώσει τον εθνολογικό χαρακτήρα του τόπου και τη θέληση των κατοίκων, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψαν, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, την απόφασή τους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Απ’ όσες πόλεις και χωριά της Ηπείρου στις περιοχές Κορυτσάς, Λεσκοβικίου και Αργυροκάστρου περνούσαν τα μέλη της Επιτροπής Καθορισμού Συνόρων, οι κάτοικοι τους υποδέχονταν με ελληνικές σημαίες και βροντοφώναζαν την ελληνική συνείδησή τους και τον πόθο τους να ενωθούν με το Βασίλειο της Ελλάδος, με αποκορύφωμα το παλλαϊκό συλλαλητήριο που διοργανώθηκε στο Αργυρόκαστρο στις 25 Νοεμβρίου 1913, στο οποίο συμμετείχαν 20.000 κάτοικοι!

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός, ότι οι Μουσουλμάνοι της περιοχής - στην πλειοψηφία τους ήταν Έλληνες εξισλαμισθέντες κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας - έτρεφαν τα ίδια ακριβώς αισθήματα για την Ελλάδα με τους Χριστιανούς και εκδήλωναν την ελληνικότητά τους με ενθουσιασμό. Όλοι ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων για την ελευθερία. Στο υπόμνημα που έστειλαν οι Έλληνες της Κορυτσάς στην Διεθνή Επιτροπή, μεταξύ άλλων αναφέρουν:

«εν εκ των δύο λοιπόν υπολείπεται ημίν, ή ένωσις μετά της μητρός Ελλάδος, συμφώνως τη καταγωγή, τη ιστορία, ταις παραδόσεσι και τοις εθίμοις ημών, ή μεταβολή των πάντων εις ερείπια και τέφραν».

Ενώ οι Χειμαρριώτες έκλειναν την επιστολή τους προς τους υπουργούς των εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων ως εξής: «θα φονευθώμεν πάντες, αλλ’ η Χειμάρρα ενωθείσα μετά της Ελλάδος δεν θα λεχθή ότι υπεδουλώθη εις Αλβανούς».

Στις 30 Ιανουαρίου 1914 ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, ως πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης, συγκάλεσε Πανηπειρωτικό συνέδριο στο Αργυρόκαστρο, όπου εκλέγεται η «Οργανωτική Επιτροπή» η οποία αναλαμβάνει την ηγεσία του αυτονομιστικού αγώνα, εφόσον δεν υπήρχε δυνατότητα εξεύρεσης ειρηνικής λύσης του ζητήματος. Ένοπλα τμήματα με την επονομασία «Ιεροί Λόχοι» αρχίζουν να οργανώνονται στις πόλεις και τα χωριά. Στις 9 Φεβρουαρίου, ο απελευθερωτής και ήρωας της Χειμάρρας, μακεδονομάχος, Σπύρος Σπυρομήλιος κήρυξε την αυτονομία της. Στις 16 Φεβρουαρίου σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου με πρόεδρο τον Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφο. Την επόμενη στο Αργυρόκαστρο παρουσία κλήρου και λαού και 2.000 ενόπλων ιερολοχιτών, με πανηγυρικό τρόπο ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Βορείου Ηπείρου. Ήταν μια πολύ συγκινητική τελετή που ξεκίνησε με την ακολουθία του αγιασμού και ολοκληρώθηκε με την επίσημη έπαρση της σημαίας της Αυτονομίας. Διαδοχικά και οι άλλες πόλεις της Βορείου Ηπείρου ανακηρύσσονταν αυτόνομες. (Αγ. Σαράντα, Δέλβινο, Λεσκοβίκι, Πρεμετή).

Οι Αλβανοί, ωστόσο, εξαπέλυσαν άγριες επιθέσεις κατά των ελληνικών πληθυσμών. Οι αδελφοί μας έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα στα πεδία των μαχών με επιτυχία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι Μεγάλες Δυνάμεις να ζητήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων με τους Βορειοηπειρώτες. Έτσι συναντήθηκαν τα μέλη της Διεθνούς Επιτροπής, εκπρόσωποι της αλβανικής κυβέρνησης καθώς επίσης και οι εκπρόσωποι της προσωρινής κυβερνήσεως της Αυτόνομης Β. Ηπείρου στους Αγίους Σαράντα, για να βρουν μια λύση. «Σκοπός της προσωρινής κυβερνήσεως ήταν να επιτύχη χάριν των Βορειοηπειρωτών προνόμια, ισοδυναμούντα προς αυτονομίαν». Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν κατέληξαν στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας στις 17 Μαΐου 1914.

H Βόρειος Ήπειρος, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Πρωτοκόλλου, αποκτούσε ευρεία αυτονομία μέσα στα όρια της αλβανικής επικράτειας. Κατοχύρωνε την χρήση και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και την συγκρότηση ειδικού σώματος χωροφυλακής. Παρεχωρείτο δηλαδή, πλήρες καθεστώς Αυτονομίας, διοικητικής, δικαστικής, εκπαιδευτικής και θρησκευτικής. Η Αλβανία ουδέποτε εφάρμοσε το Πρωτόκολλο, μολονότι συνυπογράφηκε από όλες τις πλευρές, και παρόλο που ήταν εγγυήτριες οι έξι μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Οι Αλβανοί καταπίεζαν αφόρητα τους Βορειοηπειρώτες και τους στερούσαν όλα τα υπογραφέντα δικαιώματα.

Από το 1944 δε, που ανέλαβε δικτατορικά την διακυβέρνηση της Αλβανίας ο Ενβέρ Χότζα, οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, στερήθηκαν την ορθόδοξη πίστη τους, την γλώσσα των προγόνων τους. Ενδεικτικό του πόσο απάνθρωπο ήταν το καθεστώς του Χότζα, είναι το γεγονός, ότι ο διάδοχος του Στάλιν στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, Ν. Χρουστσόφ, ζήτησε από τον Χότζα να σεβασθεί το “Πρωτόκολλο της Κέρκυρας” και να παραχωρήσει αυτονομία στους Έλληνες Βορειοηπειρώτες!
Το Βορειοηπειρωτικό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό εθνικό ζήτημα. Δυστυχώς οι ελληνικές κυβερνήσεις (μετά το 1974) δεν ενδιαφέρθηκαν για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Δεν έκαναν καμιά διπλωματική ενέργεια προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας. Αποδέχτηκαν να ονομάζεται η Βόρειος Ήπειρος, Νότια Αλβανία διεθνώς. Με την ενδοτικότητά τους στα εθνικά θέματα και με την υποταγή τους στις ξένες δυνάμεις βοήθησαν τα μέγιστα, ώστε και αυτό το μέγιστο εθνικό ζήτημα να παγώσει και να παραμένει άλυτο μέχρι και σήμερα.