ΡΩΜΙΟΙ (Γιατί Ρωμιοί)

12 Μαρ 2015

Ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι Κρητικοί της Συρίας.

1) Διαβάζουμε στο http://kritikoipalmoi.blogspot.com/2014/01/o.html τα ακόλουθα



Αποκλειστικό ρεπορτάζ -Συνταρακτικά βίντεο
Γράφει ο Γιώργος Δ.Μοσκοβίτης

Mια έρευνα του Α.Π.Θ με την συνεργασία αρκετών συνεργατών του.
Ευχαριστίες της ερευνήτριας Ρούλας Τσακαλίδου

Για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας, θα ήθελα να
ευχαριστήσω τους εξής: κ. Ράεντ Ζάχεμ για τη διερμηνεία και συνεργασία
στην επιτόπια έρευνα, κ. Μάκη Χαριτόπουλο για τη συμμετοχή και τις
πολύ χρήσιμες επαφές του στον Λίβανο, τα μέλη του Συνδέσμου <<ο
Κρητικός>> στον Λίβανο για την τόσο θερμή υποδοχή και τις πολύτιμες
πληροφορίες, τον Πρέσβυ της Ελλάδας στον Λίβανο, κ. Γαβριηλίδη, καθώς
και τον προκάτοχό του κ.Γεωργίου, για τη δική τους πολύτιμη συνεισφορά
και ενθάρυνση, τον κ. Bramo Mazzek για τις επαφές της Συρίας και τις
πληροφορίες και φυσικά τα ελληνόφωνα άτομα της περιοχής που
μοιράστηκαν τις εμπειρίες και γνώσεις τους ως υλικό για τη σύντομη
αυτή μελέτη.

Ιδιαίτερα θα ήθελα να ευχαριστήσω τους κ.κ. Άλη Σουλάκη, Omar Mustafa
και Abu Taleb για τη θέρμη της υποδοχής τους στις ελληνόφωνες εστίες
του Χαμεντίε και της Ελ Μίνα, τον Δημοσιογράφο κ. Γιώργο Μοσκοβίτη
για τη διάθεση του μαγνητοσκοπημένου του υλικού και την 5ετή έρευνα
του στο xωριό των Συροκρητικών Al Hamid η Καλησπέριδες όπως
αποκαλούνται μεταξύ τους ,τον κ. Άκη Σκέρτσο, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος
που ενδιαφέρθηκε για την προβολή του θέματος στον τύπο.

Ευχαριστώ, επίσης, την κ. Κατερίνα Πλασταρά και την κ. Souha
Zakhem-Chami για τη βοήθειά τους και τέλος τον συνεργάτη του Κέντρου
Ελληνικής Γλώσσας κ. Στέφανο Φράγκο για τη φιλολογική επιμέλεια της
μελέτης αυτής.
Τέλος, η ηλεκτρονική έκδοση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς
την φιλότιμη κι εθελοντική εργασία των κ.κ. Μπάμπη Δημούλα, Φώτη
Σακαλή, Νίκου Μπαρτζιώκα, Χρήστου Βεγύρη και John Wilson.


1. Εισαγωγή
Ο ελληνισμός της διασποράς έχει βρεθεί συχνά στο επίκεντρο
κοινωνιογλωσσολογικών μελετών, κυρίως λόγω της αριθμητικής ή πολιτικής
του δύναμης, καθώς και της σημασίας του για την ενίσχυση του ελληνικού
έθνους και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η ελληνική διασπορά, όμως, δεν αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο αλλά
είναι εξίσου πολύμορφη και πολύπλοκη όσο και ο ελληνισμός της
μητροπολιτικής Ελλάδας.
Για να κατανοηθεί, επομένως, το θέμα της ελληνομάθειας και δυναμικής
της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό, είναι απαραίτητη η επιμέρους
ανάλυση των τμημάτων που την απαρτίζουν και που διαφέρουν αισθητά το
ένα από το άλλο.
Κατά το διάστημα του Ιουλίου του 1997 είχαμε την ευκαιρία να
ανακαλύψουμε μια ενδιαφέρουσα και διαφορετική πτυχή του ελληνισμού της
διασποράς, ο οποίος κατοικεί στον Λίβανο και τη Συρία.
Το καλοκαίρι του 1998 η έρευνα συμπληρώθηκε με περισσότερα στοιχεία,
κυρίωςσχετικά με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή.
Κατά την επιτόπια έρευνα διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν πολλές και ποικίλες
εστίες ελληνομάθειας, καθώς και πληθυσμοί ελληνικής καταγωγής στις
γειτονικές αυτές χώρες.
Στη μελέτη αυτή εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας σε κάποιες
αντιπροσωπευτικές εστίες που καλύπτουν ικανοποιητικά τη θρησκευτική
και κοινωνική ποικιλία του ελληνισμού της περιοχής.
Τα γλωσσικά αποσπάσματα προέρχονται από τις συνεντεύξεις με τους
Κρητικής καταγωγής ελληνόφωνους στο Χαμεντίε της νότιας Συρίας και
στην Ελ Μίνα του βόρειου Λιβάνου.

Το δείγμα αποτελείται από οικογένειες του Χαμεντίε και της Ελ Μίνα,
των οποίων τα μέλη εκπροσωπούν μέχρι και τρεις διαφορετικές γενιές.

Κρίθηκε αποτελεσματικότερο για την καλύτερη συλλογή των γλωσσικών
δεδομένων να γίνει ποιοτική έρευνα σε ένα περιορισμένο δείγμα, με
στόχο να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη ανάμεσα στο δείγμα και την
ερευνήτρια και να συλλεχθούν εγκυρότερες πληροφορίες.
Ακολουθούν συζήτηση της ερευνητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και
χωριστή περιγραφή του ορθόδοξου και του μουσουλμανικού πληθυσμού
ελληνικής καταγωγής των χωρών του Λιβάνου και της Συρίας.
Η συζήτηση που ακολουθεί έχει ως στόχο της τη διερεύνηση των σχέσεων
ανάμεσα στην εθνοτική ταυτότητα, τη γλώσσα και τη θρησκεία και,
ταυτόχρονα, τη δυναμική και το πιθανό μέλλον των ελληνόφωνων αυτών
κοινοτήτων ως εστιών διατήρησης και διάδοσης της ελληνικής γλώσσας.

Ακολουθούν συζήτηση της ερευνητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και
χωριστή περιγραφή του ορθόδοξου και του μουσουλμανικού πληθυσμού
ελληνικής καταγωγής των χωρών του Λιβάνου και της Συρίας.
Η συζήτηση που ακολουθεί έχει ως στόχο της τη διερεύνηση των σχέσεων
ανάμεσα στην εθνοτική ταυτότητα, τη γλώσσα και τη θρησκεία και,
ταυτόχρονα, τη δυναμική και το πιθανό μέλλον των ελληνόφωνων αυτών
κοινοτήτων ως εστιών διατήρησης και διάδοσης της ελληνικής γλώσσας.

2. Περίληψη
Ο ελληνισμός και η ελληνοφωνία του Λιβάνου και της Συρίας παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της ιδιόμορφης πολιτιστικής, κοινωνικής και
θρησκευτικής σύνθεσης των χωρών αυτών.
Η ελληνόφωνη παροικία της περιοχής δεν έχει μελετηθεί, και, συνεπώς,
δε μπορούμε με ακρίβεια να την περιγράψουμε αριθμητικά και
κοινωνιογλωσσολογικά.
Επίσης, λόγω της ρευστής κοινωνικοπολιτικής κατάστασης των χωρών αυτών
(εμφύλιος πόλεμος και μεγάλη μετανάστευση), μία τέτοια προσπάθεια
γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα και σημαντική.
Από τα πορίσματα που προέκυψαν μέσα από μακροσκοπική επιτόπια έρευνα
που πραγματοποιήθηκε στις ελληνόφωνες εστίες του Λιβάνου και της
Συρίας, κατά το διάστημα 1997-1999, ήλθε στην επιφάνεια μια πτυχή του
ελληνισμού της διασποράς που έχει επιβιώσει μετά από την εκτόπισή της
από τον ελλαδικό χώρο -πριν από περίπου 100 χρόνια- καθώς και μετά από
έναν πολύχρονο εμφύλιο πόλεμο, σχεδόν ξεχασμένη από τη μητροπολιτική
Ελλάδα, διατηρώντας, όμως, πάντοτε ζωντανή την ελληνομάθειά της και
την επιθυμία της για ουσιαστικές σχέσεις με την Ελλάδα.
Μέσα από τη γνωριμία μας με τις εστίες αυτές, οδηγηθήκαμε στη
διερεύνηση των κοινωνιογλωσσολογικών παραγόντων που καθιστούν δυνατή
τη διατήρηση της γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας των εν λόγω
εθνοτικών μειονοτήτων, καθώς και στη μελέτη της σύνθετης σχέσης που
συνδέει την εθνοτική ταυτότητα, τη γλώσσα και τη θρησκεία.
Τέλος, γίνεται αναφορά στις προοπτικές της διδασκαλίας της ελληνικής
γλώσσας στην περιοχή, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των ιδιαίτερων
εκπαιδευτικών αναγκών των ελληνόφωνων κοινοτήτω

3. Έρευνα
Το ιδεολογικό πλαίσιο της έρευνας αυτής βασίζεται στον συνδυασμό των
απόψεων του σχετικισμού και του ρεαλισμού (Cameron et al, 1992).
Σύμφωνα με τον ρεαλισμό, υπάρχει μία πραγματικότητα εκτός του πεδίου
επιρροής ενός συγκεκριμένου ατόμου, η οποία καθορίζει την κοινωνική
του συμπεριφορά.
Ταυτόχρονα, όμως, ο σχετικισμός προτείνει κάθε ερευνητική διαδικασία
ανακλά τις προτεραιότητες και αξίες αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν, σε
μία δεδομένη χρονική στιγμή και σε έναν συγκεκριμένο χώρο.
Η απόλυτη αποδοχή του σχετικιστικού μοντέλου θα συνεπαγόταν την πλήρη
σύγχυση προσωπικής κρίσης και γεγονότος, και τα πορίσματα της έρευνας
θα είχαν ελάχιστη δυνατότητα γενίκευσης. Θέση αυτής της έρευνας είναι
ότι ενώ, για την καλύτερη κατανόηση των πορισμάτων μας, πρέπει να
ληφθούν υπόψη οι προσωπικοί παράγοντες που επηρεάζουν συμμετέχοντες
και ερευνήτρια, ταυτόχρονα η περιγραφή της εξωτερικής πραγματικότητας
είναι απαραίτητη.

4.1 Υπόθεση
Όπως κάθε ερευνητική διαδικασία, έτσι και στην περίπτωση των
ελληνόφωνων εστιών στον Λίβανο και στη Συρία, ξεκινήσαμε με μία
υπόθεση.
Στην περίπτωσή μας, η υπόθεση αυτή ήταν μηδενική ("null hypothesis", )
μια και δεν είχε διευκρινιστεί ο τρόπος σύνδεσης των παραγόντων προς
διερεύνηση.
Η ερευνήτρια, δηλαδή, ξεκίνησε την έρευνα χωρίς διατυπωμένη άποψη για
τον βαθμό διατήρησης της ελληνοφωνίας στην περιοχή, ή για τους
παράγοντες που την καθορίζουν.
Για την ανάλυση του θέματος και την πραγματοποίηση της έρευνας αρχικά
καθορίστηκε η πλέον κατάλληλη ερευνητική μέθοδος καθώς και το
απαραίτητο δείγμα.
4.2 Μέθοδοι
Ως καταλληλότερες ερευνητικές μέθοδοι αποφασίστηκαν αυτές της
"συμμετοχικής παρατήρησης" και της συνέντευξης.
Η συμμετοχική παρατήρηση (Τsokalidou, 1994) συνιστάται ως αξιόπιστη
ερευνητική μέθοδος κυρίως στις περιπτώσεις της ποιοτικής έρευνας σε
βάθος όπου το δείγμα είναι περιορισμένο αλλά ο στόχος της έρευνας
είναι να προχωρήσει κυρίως σε βάθος και λιγότερο σε εύρος στην
κοινωνιογλωσσολογική συμπεριφορά της ομάδας.
Στη μέθοδο αυτή, η ερευνήτρια πρέπει να αντιμετωπίσει το <<παράδοξο
της παρατήρησης>> (Jorgensen, 1989).
Το παράδοξο αυτό ορίζει ότι, ενώ η παρατήρηση είναι ο καλύτερος κι
αμεσότερος τρόπος συλλογής πληροφοριών για τη συμπεριφορά μίας
γλωσσικής κοινότητας, η ίδια αποτελεί ταυτόχρονα και αιτία για την
αλλοίωση της συμπεριφοράς αυτής.
Τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού, όπως έχουν προταθεί από τη
βιβλιογραφία (Milroy, 1987), είναι η καλύτερη εξοικείωση με την εν
λόγω ομάδα μέσα από μακροσκοπική μελέτη και η γνωριμία με τα μέλη της
με τρόπο που να εξασφαλίζει αμοιβαίο σεβασμό και εμπιστοσύνη.
Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η εισαγωγή του ερευνητή/της ερευνήτριας
στην ομάδα και το άτομο που μεσολαβεί για να γίνει αυτή όσο το δυνατόν
πιο ομαλή και φυσική γίνεται. <<Η φίλη ενός φίλου>> της ομάδας αποτελεί
συνήθως μια καλή αρχή, ειδικά όταν <<ο φίλος>> είναι άτομο της
εμπιστοσύνης της ομάδας.
4.3. Δείγμα
Ο καθορισμός του δείγματος έγινε μέσα από τις επαφές μας με τους
επίσημους φορείς (ελληνικές πρεσβείες, οργανωμένες ελληνικές
κοινότητες, εκκλησία, Πανεπιστήμια, οργανώσεις και συνδέσμους) αλλά
και μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα (Milroy, 1980· Gal, 1979) των
ελληνόφωνων συμμετεχόντων.
Η περιγραφή που ακολουθεί ανακλά, αναμφισβήτητα, και τις προσωπικές
εμπειρίες και διαπιστώσεις της ερευνήτριας που διεξήγαγε την επιτόπια
έρευνα στις δύο χώρες.
7. Η διατήρηση και χρήση της ελληνικής γλώσσας στην ελληνόφωνη διασπορά
Ο βαθμός της διατήρησης της ελληνικής γλώσσας στον χώρο της διασποράς
έχει μελετηθεί στις μεγάλες χώρες υποδοχής ελλήνων μεταναστών και έχει
επανειλημμένα χαρακτηριστεί ως υψηλός σε σχέση με άλλες
μεταναστευτικές ή παροικιακές γλώσσες σε πολυπολιτισμικές χώρες
(Clyne, 1991). Σύμφωνα με έρευνες στον χώρο της ελληνόφωνης διασποράς,
η διατήρηση της εθνοτικής γλώσσας θεωρείται ως αναπόσπαστο κομμάτι της
διατήρησης της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας (Tsokalidou, 1994).
Στη διατήρηση της ταυτότητας αυτής συμβάλλουν σημαντικά και παράγοντες
του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου της χώρας υποδοχής, αλλά και η αξία
που προσδίδεται στην εθνοτική γλώσσα γενικότερα.
Η αξία αυτή συχνά καθορίζεται και από τις δυνατότητες που παρέχει για
καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές των ομιλητών/τριών της.
Ο Clyne (1982) προτείνει τη διάκριση ανάμεσα στους
ομαδικούς/κοινωνικούς και ατομικούς παράγοντες που καθορίζουν τη
διατήρηση ή αλλαγή της εθνοτικής γλώσσας.
Ανάμεσα στους πρώτους είναι οι εξής:
1. Η πολυπολιτισμική ιστορία και η γλωσσική πολιτική της χώρας υποδοχής
2. Η ύπαρξη μεγάλων αστικών κέντρων
3. Ο αριθμός των χρηστών της εθνοτικής γλώσσας
4. Η κατανομή του πληθυσμού στη χώρα υποδοχής και της Γαλλικής
αρμοστείας, το 1926, και αμέσως ακολούθησε η "Αστική Ελληνική Σχολή".
Ιδρύθηκαν, επίσης, την ίδια περίοδο, η "Ένωση Ελληνίδων Κυριών" και ο
Αθλητικός σύλλογος "Αετός", ο οποίος εξελίσσεται αργότερα στην
Ελληνική Λέσχη Βηρυτού.
Το σημερινό σχολείο της ελληνικής κοινότητας Βηρυτού ενισχύεται από
την ελληνική πολιτεία με αποστολή απεσπασμένου δάσκαλου.
6. Οι κύριες ελληνόφωνες εστίες της περιοχής

6.1 Βηρυτός
Σήμερα οι κυριότερες εστίες του ορθόδοξου ελληνισμού στον Λίβανο είναι
η πρωτεύουσα Βηρυτός και η Τρίπολη του Βόρειου Λιβάνου.
Στην πρωτεύουσα της χώρας ζουν περίπου 3.500 άτομα ελληνικής
καταγωγής, ενώ η ίδια η ελληνική κοινότητα αριθμεί 200 μέλη και
διοικείται από 12μελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο εκλέγεται κάθε
δύο χρόνια.
Ταυτόχρονα, υπάρχει και η Ελληνική Λέσχη, με αυτόνομη διοίκηση, η
οποία απαρτίζεται από νεαρά μέλη της Ελληνικής κοινότητας και
διοργανώνει ξεχωριστές εκδηλώσεις για τη διατήρηση της ελληνικής
ταυτότητας στον Λίβανο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η πρώτη ελληνική κοινότητα με την επωνυμία
"Φιλόπτωχος Ελληνική Κοινότης Βηρυττού" (σύμφωνα με στοιχεία του
ενημερωτικού δελτίουGreek community of Beirut, σελ. 22) ιδρύθηκε πολύ
πριν από την ανεξαρτητοποίηση του Λιβάνου, με άδεια της τότε
Λιβανέζικης κυβέρνησης και της Γαλλικής αρμοστείας, το 1926, και
αμέσως ακολούθησε η "Αστική Ελληνική Σχολή". Ιδρύθηκαν, επίσης, την
ίδια περίοδο, η "Ένωση Ελληνίδων Κυριών" και ο Αθλητικός σύλλογος
"Αετός", ο οποίος εξελίσσεται αργότερα στην Ελληνική Λέσχη Βηρυτού.
Το σημερινό σχολείο της ελληνικής κοινότητας Βηρυτού ενισχύεται από
την ελληνική πολιτεία με αποστολή αποσπασμένων δάσκαλων.
Συνάντηση μελών Ελληνικής Κοινότητας Βηρυτού, 1998

Το ελληνικό σχολείο Βηρυτού συντηρείται αποκλειστικά από την ελληνική
κοινότητα, και σκοπό του έχει τη διατήρηση και διάδοση του ελληνικού
πολιτισμού στους ομογενείς του Λιβάνου αλλά και στους Λιβανέζους που
έχουν ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα (σύμφωνα με την έκθεση του
απεσπασμένου δασκάλου για το σχολικό έτος 1996-1997).

Στο σχολείο γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 1998-1999 118
ενδιαφερόμενοι, από τους οποίους 80 ενήλικες.
Από τα 118 άτομα, ποσοστό 60% φοίτησαν κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς.
Στην αναφορά του ο αποσπασμένος δάσκαλος τονίζει την ανάγκη να
χορηγείται πιστοποιητικό γνώσης των ελληνικών ως κίνητρο για τη
συνέχιση της εκμάθησης των ελληνικών από ενήλικες και παιδιά, και
καλεί το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας να πάρει τα απαραίτητα μέτρα.
6.2 Τρίπολη
Στην Τρίπολη του Β. Λιβάνου λειτουργεί εδώ και 40 χρόνια ελληνική
λέσχη με Σχολείο Eλληνικών, με δηλωμένο σκοπό τη διατήρηση της
ελληνικής συνείδησης στην περιοχή.
Οι δραστηριότητες της λέσχης διακόπηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου,
ενώ τα τελευταία τρία χρόνια λειτουργεί πάλι δωρεάν σχολείο ελληνικής
γλώσσας, με 90 μαθητές (60 ενήλικες και 30 παιδιά), από τους οποίους
50 ελληνικής καταγωγής.
Είναι αξιοσημείωτο το ενδιαφέρον ατόμων μη-ελληνικής καταγωγής στον
Λίβανο για την ελληνική γλώσσα, με την οποία μπορούν να αισθάνονται
άνετα τόσο ο ορθόδοξος ντόπιος πληθυσμός (περίπου 15 % του συνόλου),
λόγω κοινού θρησκεύματος, αλλά και οι υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες, που
μαθαίνουν από νωρίς να εκτιμούν την ελληνική παράδοση, κυρίως για
λόγους παλαιών ιστορικών δεσμών αλλά και γεωγραφικής εγγύτητας.
Ταυτόχρονα, όμως, τα περιορισμένα μέσα που διαθέτουν τα ελληνικά
κοινοτικά σχολεία (ιδίως η έλλειψη βιβλίων και εκπαιδευμένου
διδακτικού προσωπικού) συνεπάγονται και χαμηλό επίπεδο ελληνομάθειας,
ενώ έμφαση δίνεται σε επιφανειακά στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας,
όπως είναι οι χοροί και οι εθνικές γιορτές.

Μαθήματα Ελληνικών στην Ελ Μίνα, 1998
6.3 Ελ Μίνα- Σύνδεσμος <<Ο Κρητικός>>
O Kρητικός Σύνδεσμος ("Φιλανθρωπικός Kοινωνικός Λιβανέζικος Kρητικός
Σύλλογος") ιδρύθηκε το 1996 στο επίνειο της Tρίπολης του B. Λιβάνου,
την Ελ Μίνα. Σύμφωνα με το καταστατικό του Συλλόγου, τα μέλη του
αυτοπροσδιορίζονται ως πρόσφυγες από την Kρήτη (τέλη του 19ου αι-αρχές
του 20ου αι., με έτος ίδρυσης: 1897), οι οποίοι μετοίκησαν στον Λίβανο
και ειδικά στις περιοχές της Tρίπολης και της Eλ Mίνα.
Σκοπός τους είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η επιτέλεση
φιλανθρωπικού και κοινωνικού έργου, με τρόπο αφιλοκερδή και χωρίς
πολιτικές επιδιώξεις.

Στον Σύνδεσμο <<ο Κρητικός>>, Ελ Μίνα, 1998

Αξιοσημείωτο είναι ότι στο καταστατικό του Συνδέσμου δεν γίνεται καμία
αναφορά στο θρήσκευμα των μελών.
Όπως δήλωσαν και εκπρόσωποι του Συλλόγου, λόγω της θρησκείας τους, η
επίσημη Ελλάδα τους αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή και αρνητικότητα,
κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με το δικό τους πιστεύω για την
ανάγκη σεβασμού όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.
Οι ίδιοι δηλώνουν ότι το γεγονός ότι ζουν σε μία πολυθρησκευτική
κοινωνία έχει συντελέσει στη διαμόρφωση μιας ανεκτικής στάσης απέναντι
στη θρησκεία.
Η ελληνική πρεσβεία του Λιβάνου τους αντιμετωπίζει συχνά με δυσπιστία,
ενώ οι ίδιοι νιώθουν ότι δεν καθιστούν αρκετά αισθητή την παρουσία
τους ως ελληνόφωνη εστία της διασποράς.
Παρόλη την απογοήτευσή τους από τους επίσημους ελληνικούς φορείς, οι
Κρητικοί του Λιβάνου εξακολουθούν να διατηρούν την κρητική τους
συνείδηση, και να επιθυμούν σχέσεις με τη μητροπολιτική Ελλάδα.
Η πλειοψηφία του δείγματος διατηρεί τα ελληνικά σε ικανοποιητικό
βαθμό, κάποιοι/ες άλλοι/ες έχουν μόνο παθητική γνώση της γλώσσας, ενώ
επίσης διατηρούν τα έθιμα και τις παραδόσεις της Κρήτης.
Ενδεικτικά, πολλοί δήλωσαν ότι, παρόλο που είναι μουσουλμάνοι, είναι
μονογαμικοί και θεωρούν το διαζύγιο ντροπή, θέλοντας έτσι να
αποδείξουν την προτίμησή τους σε κάποιες χριστιανικές ελληνικές
παραδόσεις.
Μέχρι να αρχίσει ο εμφύλιος πόλεμος στον Λίβανο (1975), η κοινότητά
τους ήταν πολύ δεμένη και απόλυτα ενδογαμική.
Έπειτα, όμως, πολλοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, και η κοινότητα
διασπάστηκε, ενώ, όπως τονίζουν οι ίδιοι, οι σχέσεις τους με τους
Λιβανέζους συμπολίτες τους υπήρξαν πάντοτε άριστες.

6.4 Χαμεντίε

Όπως έχει γραφτεί (Βρανόπουλος, 1995) & Γ.Μοσκοβίτης για το ελληνόφωνο
χωριό Χαμεντίε (ή αλλιώς Χαμιντιέ), οι κάτοικοι μεταξύ τους μιλούν
μόνο ελληνικά και με τα αραβικά έρχονται σε πρώτη επαφή στο σχολείο.

Οι κάτοικοι του χωριού αυτού είναι μουσουλμάνοι Κρήτες, που
εκτοπίστηκαν στην περιοχή, με το τέλος του Κρητικού πολέμου 1892-1897,
κοντά στα σημερινά σύνορα μεταξύ Λιβάνου και Συρίας, και έπειτα
χωρίστηκαν στους κατοίκους της Τρίπολης του Λιβάνου και του Χαμεντίε
της Συρίας.

Σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις του Βρανόπουλου & Μοσκοβίτη (1995),
οι Κρήτες κάτοικοι του χωριού υπολογίζονται, από τους ίδιους, σε 3.000
σε σύνολο 5.000 κατοίκων του Χαμεντίε.

Μέσα από συνομιλία με τους κατοίκους του χωριού, πληροφορηθήκαμε τις
πολύ καλές σχέσεις τους με τους Άραβες συμπατριώτες τους, και τη
διατήρηση των εθίμων και του τρόπου σκέψης που μετέφεραν από την
Κρήτη.

Παρατηρήθηκε ότι το επίπεδο της προφορικής γνώσης των ελληνικών, και
συγκεκριμένα της κρητικής διαλέκτου, από το δείγμα στο Χαμεντίε είναι
ιδιαίτερα υψηλό, ενώ στον λόγο τους παρατηρείται περιορισμένη εναλλαγή
του κώδικα στα αραβικά ή στα αγγλικά.
.

Όπως και οι Κρητικοί του Λιβάνου, οι κάτοικοι του Χαμεντίγιε δηλώνουν
ότι, αν και μουσουλμάνοι, εφαρμόζουν τη μονογαμία και πιστεύουν ότι
τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια πρέπει να μορφώνονται.
Παρόλα αυτά, τα κορίτσια συνήθως παντρεύονται σε μικρή ηλικία και
συναναστρέφονται κυρίως ομόφυλές τους (Ζαρκαδάκης, 2000).

Επίσης, οι Χαμεντιανοί ενημερώνονται για την Ελλάδα και την Κρήτη,
μέσα από την τηλεόραση και τους συγγενείς τους στην Κρήτη.
Η περίπτωση του Χαμεντίε παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και απαιτεί
πολύ περισσότερη προσοχή και μελέτη.

Το Χαμεντίε είναι ένα κομμάτι της ελληνικής διασποράς που έχει, για
λόγους εξωτερικής πολιτικής, παραγκωνιστεί από την επίσημη Ελλάδα.
..με υπαιτιότητα του εκάστοτε ΥΠΕΞ ,και αυτό άρχισε αμέσως μετά την
φιέστα που έκανε η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ,όταν επισκεφτήκαν
την Κρήτη 60 Συροκρητικοί { ποιος αλήθεια θα ξεχάσει όλο αυτό το
σκηνικό που στήθηκε εις βάρος τους ,μετά το ρεπορτάζ της ΕΡΤ με τον
Μανουσιδάκη που έβγαλε στο φώς την ύπαρξη τους} !!


{Το λάθος ορισμένων από τους επισκέπτες Συροκρητικους στη πατρίδα των
Γονέων τους ήταν ότι κάποιο από αυτούς είπε σε κάποιο χωριό της
περιοχής στο Αρκαλοχώρι .ότι ..''Να αυτό είναι το σπίτι του παππού
μου''....και κάποια κομματόσκυλα παραπονέθηκαν στο ΥΠΕΞ ότι αυτοί ήλθαν
να μας διεκδικήσουν τα σπίτια...}
Από τότε ξεκινάει το παρασκήνιο και το παρακράτος δουλεύει.. εις βάρος
όλων αυτών τον ανθρώπων.


Παρόλη, όμως, την απομόνωσή του από τη μητροπολιτική Ελλάδα, οι
κάτοικοί του, με τους περιορισμένους πόρους τους αλλά και τη σίγουρη
συνείδηση της κρητικής τους καταγωγής, συνεχίζουν να διατηρούν και να
διαδίδουν την ελληνική γλώσσα στη Μέση Ανατολή.

Μεγάλος πόθος τους είναι η ίδρυση ελληνικού σχολείου για να συνεχίσουν
τα παιδιά να διδάσκονται την ελληνική γλώσσα ..κάτι που φυσικά παρ'
όλες τις ενέργειες του υπογράφοντος και με την ίδρυση του Συλλόγου
Έλληνο-Συριακής -&Λιβανικής Φιλίας ''ο Ανδρόγεως'' συναντήσαμε
κλειστές πόρτες αλλά και απειλές από την Ηγεσία του ΥΠΕΞ ( Βλέπε
Πάγκαλο,Μπακογιάννη Γ.Παπανδρέου) !!!

Όλα αυτά που ακούγονται για Κρήτες συνεργάτες των τούρκων ,και
φωτογραφίζουν τους Κρητικούς της Συρίας και του Λιβάνου.. είναι απλά
προπαγάνδα ,ανθελλήνων πολιτικών και παραποίησης της πραγματικότητας.
Οι Σύρο- Κρητικοί ήταν οι πρώτη αγωνιστές εναντίων των τούρκων με το
όνομα <<Καλησπέριδες>> και το μοναδικό τους έγκλημα είναι ότι είχαν
ασπασθεί τον Μουσουλμανισμό.

Το 1892 & το 1897 όντως ο Αλ Χαμίτδ ξεσπίτωσε και ξερίζωσε τις
οικογένειες τους από την Κρήτη εις ένδειξη εκδίκησης και τους
μετέφερε σαν σκλάβους στη Λιβύη και στην συνέχεια στα παράλια της
Συρίας...θα πρέπει δε να σας γνωρίσω ότι οι Κρήτες αυτοί δεν μιλούν την
τουρκική γλώσσα έως και σήμερα .


Έχω επισκεφθεί την Συρία πάνω από 5 φορές και έχω καταγράψει και
βιντεοσκοπήσει την Δαμασκό αλλά και το Χωρίο των Συροκρητικών <<
HAMIDIE>> με συνταρακτικές αφηγήσεις στων συμπατριωτών μου και η έρευνα
μου έχει καταγραφεί στην μελέτη της Πετρούλας Τσακαλίδου << Η
Ελληνοφωνία στο Λίβανο και τη Συρία από το ΑΠΘ...και μάλιστα χωρίς
πολλούς συνεργατες.. πχ μοντερ -ηχολήπτες και σκηνοθέτες (Βλέπε
.Μανωλεσάκη) χωρίς να θέλω να προσβάλω την δουλειά του.

Καλό θα είναι λοιπόν να μην αερολογούν ορισμένοι γράφοντας ειρωνικά
σχόλια για ανθρώπους που πάνω από 120 χρόνια έχουν στην ψυχή τους την
Ελλάδα και την πατρογονική γλώσσα σημαία τους.

Γεώργιος Δ.Μοσκοβίτης
Δημοσιογράφος
Αντιπρόεδρος <<Παγκρήτιας Δημοσιογραφικής Ένωσης Μ.Μ.Ε>>
Αθήνα 18-1-2014







2) Διαβάζουμε ακόμα στο
http://geopolitics-gr.blogspot.com/2013/06/blog-post_9820.html
τα ακόλοθα από τον
Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ)

Πριν από μερικά χρόνια, ταξιδεύοντας από το Λίβανο προς τη Συρία, είχα
επισκεφθεί την μικρή παραλιακή πόλη Αλ Χαμιντιά ή, όπως την γνώριζα
από κάποιες διαλέξεις τις οποίες παρακολούθησα στα φοιτητικά μου
χρόνια στην Αθήνα, Χαμιντιέ. Πρόκειται για μια πόλη της Δυτικής
Συρίας, άγνωστη εις πλείστους τους Έλληνες, πλησίον των συνόρων με το
Λίβανο, χτισμένη στα τέλη του 19ου αιώνος και η οποία έχει ιδιαίτερο
ελληνικό ενδιαφέρον. Ο λόγος είναι ότι κατοικείται από περίπου 7.500
ανθρώπους, στην πλειοψηφία ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι από την Κρήτη. Η
Χαμιντιέ αποτελεί σήμερα τον έσχατο εις Ανατολή διαλεκτικό θύλακα της
ελληνικής γλώσσας. Η ύπαρξη των Κρητομουσουλμάνων της Συρίας έγινε
ευρύτερα γνωστή για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1983 με το ντοκιμαντέρ
του Δημήτρη Μανωλεσάκη.

Η πόλη χτίστηκε το 1897, με διαταγή του Σουλτάνου Αμντούλ Χαμίτ Β΄,
προκειμένου να φιλοξενήσει κρητικούς μουσουλμάνους οι οποίοι
εκδιώχθηκαν από την Κρήτη, από τον οποίο έλαβε και η πόλη το όνομά
της. Όταν το 1897, μετά τη δολοφονία του Βρετανού προξένου στα Χανιά
από τις τουρκικές αρχές, οι στόλοι της Βρετανίας, της Ρωσίας, της
Γαλλίας και της Ιταλίας ανάγκασαν τον τουρκικό στρατό να αποχωρήσει
από την Κρήτη, οι περισσότεροι Κρητικοί μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να
φύγουν από το νησί φοβούμενοι εκδίκηση. Οι χριστιανοί τους θεωρούσαν
εξωμότες και κατ' επέκταση προδότες.

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής της Κρήτης (1645-1897), λόγω
της βίας και των σκληρών οικονομικών μέτρων, πολλοί Κρητικοί
ασπάστηκαν τον ισλαμισμό. Άλλοι τον ασπάστηκαν επιφανειακώς,
διατηρώντας κρυφίως το Χριστιανισμό, και άλλοι σταδιακώς
εκτουρκίστηκαν. Οι πρώτοι, όταν έγιναν οι διάφορες εξεγέρσεις κατά των
Τούρκων το 19οαιώνα, πολέμησαν δίπλα στους Χριστιανούς ενώ οι δεύτεροι
χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους για να καταστείλουν τις εξεγέρσεις.
Κάποιοι από τους εξισλαμισμένους, οι οποίοι πολέμησαν άγρια τους
Τούρκους, γνωστοί με το όνομα <<Καλησπεράδες>> εξεδιώχθησαν από τις
Οθωμανικές Αρχές και αναγκάστηκαν σε βίαιη μετακίνηση προς το Λίβανο
και τη Συρία. Αυτοί είναι πρόγονοι των σημερινών Κρητομουσουλμάνων της
Χαμιντιέ, καθώς επίσης και των υπολοίπων που ζουν σήμερα στο Λίβανο.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν σε καφενείο της πόλης κάποιος
κρητομουσουλμάνος προσπαθώντας να μου εξηγήσει, μεταξύ σοβαρού και
αστείου, το πως βρέθηκαν από την Κρήτη στη Συρία είπε ότι ο Σουλτάνος
Αμντούλ Χαμίτ τους έφερε με τη βία εκεί γιατί τον ύβριζαν και ότι
έδωσε στην πόλη τους το όνομά του για τον θυμούνται και να τον
υβρίζουν κάθε μέρα.

Οι κρητομουσουλμάνοι αυτοί προερχόντουσαν από 14 χωριά του Ρεθύμνου,
του Ηρακλείου και των Χανίων. Δυστυχώς κανένα ιστορικό κείμενο δεν
διεσώθη σχετικό με εκείνες τις διώξεις. Παρά το ότι έχουν περάσει
τέσσερεις γενεές έκτοτε, ο επιφανειακός εξισλαμισμός καθώς επίσης και
η μετακίνησή τους σε αραβικές περιοχές ανέδειξαν τη γλώσσα ως το κύριο
προσδιοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.

Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν το ψηλό επίπεδο προφορικής χρήσης της
κρητικής διαλέκτου το οποίο διανθιζόταν που και που, όπως είναι
φυσικό, με αραβικές λέξεις. Θυμάμαι τη χαρακτηριστική φράση που είπε
κάποιος εξ αυτών στο καφενείο ότι <<αν χάσουμε τη γλώσσα μας θα χαθούμε
ως Κρητικοί>>. Επίσης, δεν διστάζουν να πουν ελεύθερα ότι ο
εξισλαμισμός ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη των προγόνων τους, για το
οποίο πληρώνουν αυτοί σήμερα. Σε αντίθεση με τους άραβες της περιοχής
δεν εφαρμόζουν την πολυγαμία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της
κοινωνίας τους είναι η ενδογαμία προκειμένου <<να διατηρήσουν το
κρητικό αίμα>>, όπως λένε, και η επιμονή τους να μορφώνονται τόσο τα
αγόρια όσο και τα κορίτσια.

Όταν κάποιος εξ αυτών μου έκανε επανειλημμένως αναφορές στην Ελληνική
μυθολογία, εντυπωσιασμένος τον ρώτησα από πού γνώριζε αυτές τις
λεπτομέρειες και μου εξήγησε, κατασυγκινώντας με, ότι ο πατέρας του
όταν ήταν μικρός τα βράδια τού μετέφραζε από ένα αραβικό βιβλίο
περιγραφές από την ελληνική μυθολογία.

Με εξέπληξε επίσης η λεπτομερής ενημέρωση που έχουν για τις εξελίξεις
στην Κύπρο, αφού η παραλιακή τοποθεσία της πόλης τούς παρέχει το
πλεονέκτημα να παρακολουθούν σε καθημερινή βάση, μέσω τηλεοράσεως και
ραδιοφώνου, τις ειδήσεις από τα κυπριακά κανάλια. Η εγγύτητα της
Χαμιντιέ προς τις Κυπριακές ακτές αποτελεί τη μοναδική πολιτιστική
επαφή με τον ελληνικό χώρο και συνεπώς τα ελληνικά προγράμματα που
μεταδίδονται από τα κυπριακά τηλεοπτικά κανάλια παίζουν τον πλέον
κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια των κατοίκων να διατηρήσουν την
ελληνοφωνία τους και να μεταβιβάσουν τη γλώσσα τους στις νεώτερες
γενεές. Με την αραβική γλώσσα έρχονται ουσιαστικώς σε επαφή όταν πάνε
στο σχολείο.

Για τους ανθρώπους αυτούς, με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν,
απομονωμένοι και ξεγραμμένοι από τον μητροπολιτικό ελληνισμό, η
διατήρηση της ταυτότητάς τους αποτελεί το συλλογικό σκοπό της
κοινότητάς τους. Τους ανακάλεσα στη μνήμη αυτές τις μέρες
παρακολουθώντας επαγγελματικώς πλέον τις πολιτικές εξελίξεις στη
Συρία. Οι άνθρωποι αυτοί κάτω από το καθεστώς Άσαντ έτυχαν ανοχής και
επιβίωσαν ανεπηρέαστα στο περιθώριο της ιστορικής εξέλιξης του κράτους
της Συρίας. Αναρωτιέμαι ποιο θα είναι το μέλλον τους σε ένα πιθανό νέο
καθεστώς με τους ισλαμιστές στην εξουσία, όπως άλλωστε και του
πρεσβυγενούς ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Αντιοχείας.

www.romioi.com